Η ελαφριά καρεκλα της γωνίας

Τα κατσαρά μαύρα μαλλιά της κατεβαί­νουν με τέλειο κυματισμό και τονίζουν το σταρένιο της δέρμα, ίδιο με τη χλομάδα των γυναικών της Νότιας Μεσογείου, σε μέρη που δεν τα βλέπει ποτέ ο ήλιος. Τα τοξωτά φρύδια κι οι μακριές βλεφαρίδες της, μια νυ­χτερίδα. Τα μάτια της, δυο μαύρα επιπλα . Η ελαφριά καρεκλα της γωνίας της παραβιάζει το νόμο της συμ­μετρίας των διακοσμητικών προτύπων και προσθέτει στο σοβαρό της προφίλ μια πινελιά, μια υποψία για κάτι που μένει ανομολόγητο.
((Άλλες γυναίκες κοντά στα σαράντα παίρνουν την κάτω βόλτα κι άλλες…» μουρμουρίζει ενώ πλησιάζει, το ακριβό της άρωμα αναμειγμένο με τη μυρωδιά απ’ το σώμα της τον μεθάει, θα ‘θελε να το μαζέψει στην παλάμη του όπως αιωρείται και τον περιβάλλει με τη γοητεία της. Εκείνη ψάχνει, μα δεν έχει βρει ακόμα τις κατάλληλες λέξεις να τον υποδεχθεί. Η ευγένεια και η συμβατική οικειότητα της φωνής της δεν μπορούν να κρύψουν τη σπιτική της θέρμη.

Το ξύλινο κουτί με το χαραγμένο κλειδί του κώδικα του σχεδίου

Τώρα πια όλα είναι ξεκάθαρα. Πολύ ξεκάθαρα. Το ήξερε. Κι ο επιπλοποιός το ήξερε όταν μου πέταξε το τσαλακωμένο αντίγραφο του σχεδίου του επίπλου. Είχα σχεδιάσει  το έπιπλό μου. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, σ’ εκείνο το ίδιο δωμάτιο που είχα κατασκευάσει τον μπουφέ, ένιωσα να με κοιτάζουν χιλιάδες μάτια, να με παρατηρούν χιλιάδες άνθρω­ποι και να με στοχεύουν με το δείκτη τεντωμένο, σαν να είχα κά­νει την πιο όμορφη καρέκλα του σύμπαντος, στο κέντρο ενός σπιτιού που έσφυζε από κόσμο. Για λίγο αισθάνθηκα το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Όμως ένα ξαφνικό σήμα κίνδυ­νου και η αδρεναλίνη μου που εκτινάχτηκε στα ύψη με αφύπνι­σαν απότομα.
Ο σχεδιαστής του καναπέ δεν είχε χάσει την ευκαιρία που του παρουσιάστηκε μετά το σύντομο σάστισμά μου. Έδρασε με ταχύτητα τεχνίτη. Σε μια στιγμή ανείπωτης ετοιμότητας και δεξιοτεχνίας το μάτι μου έπιασε την κίνηση. Το επόμενο κλάσμα του δευτερολέπτου συνειδητοποίησα ότι είχε τινάξει με δύναμη το ξύλινο κουτί με το χαραγμένο κλειδί του κώδικα του σχεδίου προς το τζάκι.